Επιβολή προστίμου 2.500 ευρώ από την εφορία για παραβάσεις

0

Οι παραβάσεις για τις οποίες η εφορία μπορεί να επιβάλει πρόστιμο στους φορολογούμενους κωδικοποιούνται σε απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, της ΑΑΔΕ. Μεταξύ αυτών είναι η μη υποβολή φορολογικών δηλώσεων, η μη συνεργασία του με τους ελεγκτές, αλλά και η απώλεια θεωρημένων βιβλίων και στοιχείων τα οποία έχουν χρησιμοποιηθεί.

Αντίθετα, δεν επισύρει πρόστιμο, η απώλεια βιβλίου ή στοιχείου το οποίο δεν έχει χρησιμοποιηθεί. Με αφορμή την εκδίκαση υπόθεσης που αφορούσε στην απώλεια φορολογικού στοιχείου το οποίο δεν αποδείχτηκε, ότι είχε χρησιμοποιηθεί και αθώωσε τον προσφεύγοντα, η ΔΕΔ καταγράφει τις περιπτώσεις παραβάσεων για τις οποίες επιβάλλεται πρόστιμο.

Ειδικότερα, για καθεμία από τις παρακάτω παραβάσεις επιβάλλεται πρόστιμο στον φορολογούμενο ή οποιοδήποτε πρόσωπο, εφόσον υπέχει αντίστοιχη υποχρέωση από τον Κώδικα ή τη φορολογική νομοθεσία που αναφέρεται στο πεδίο εφαρμογής του:

-Δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα ή υποβάλει ελλιπή δήλωση πληροφοριακού χαρακτήρα ή φορολογική δήλωση από την οποία δεν προκύπτει φορολογική υποχρέωση καταβολής φόρου.

-Δεν υποβάλλει ή υποβάλλει εκπρόθεσμα φορολογική δήλωση.

-Δεν υποβάλλει ή υποβάλει εκπρόθεσμα δήλωση παρακράτησης φόρου.

-Δεν ανταποκριθεί σε αίτημα της Φορολογικής Διοίκησης για παροχή πληροφοριών ή στοιχείων.

-Δεν συνεργαστεί στη διάρκεια φορολογικού ελέγχου,

-Δεν γνωστοποιήσει στη Φορολογική Διοίκηση το διορισμό του φορολογικού εκπροσώπου του.

-Δεν προβαίνει σε εγγραφή στο φορολογικό μητρώο ή εγγράφεται στο φορολογικό μητρώο περισσότερες φορές.

-Δεν συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις του.

-Παραβιάζει ή παραποιεί ή επεμβαίνει κατά οποιονδήποτε τρόπο στη λειτουργία των φορολογικών ηλεκτρονικών μηχανισμών,

-Εκδίδει στοιχεία λιανικής πώλησης χωρίς τη χρήση φορολογικού ηλεκτρονικού μηχανισμού ή από φορολογικό ηλεκτρονικό μηχανισμό ο οποίος δεν λειτουργεί με εγκεκριμένες προδιαγραφές.

-Εκδίδει δελτία και αποδείξεις από το Ολοκληρωμένο Σύστημα Ελέγχου Εισροών – Εκροών, χωρίς τη χρήση εγκεκριμένου μοντέλου μηχανισμού σήμανσης.

Ταυτόχρονα αποσαφηνίζει πότε και για πόσο χρονικό διάστημα ο φορολογούμενος οφείλει να φυλάσσει τα λογιστικά του αρχεία. Όπως σημειώνει, το σύνολο των τηρούμενων λογιστικών αρχείων διαφυλάσσεται για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από: α) πέντε (5) έτη από τη λήξη της περιόδου και β) το χρόνο που ορίζεται από άλλη νομοθεσία.

Αυτό σημαίνει ότι η εν λόγω υποχρέωση καταλαμβάνει τα τηρούμενα λογιστικά αρχεία (βιβλία και στοιχεία), δηλαδή αυτά που έχουν χρησιμοποιηθεί και όχι αυτά που δεν έχουν χρησιμοποιηθεί, δεδομένου ότι ο χρόνος διαφύλαξης αυτών συναρτάται με τις περιόδους που αυτά αφορούν.

Ανάλογα δηλαδή με το φορολογικό έτος (περίοδο) που αυτά αφορούν, καθορίζεται και ο χρόνος διαφύλαξής τους. Συνεπώς, τόσο τα χρησιμοποιηθέντα στοιχεία, τα οποία τεκμηριώνουν τις συναλλαγές, όσο και τα χρησιμοποιηθέντα βιβλία, στα οποία απεικονίζονται οι συναλλαγές, πρέπει να διαφυλάσσονται στον οριζόμενο χρόνο, προκειμένου να είναι εφικτός ο έλεγχος και η εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων των επιχειρήσεων.

Η μη συμμόρφωση του φορολογούμενου με τις παραπάνω διατάξεις, δηλαδή η μη διαφύλαξη των χρησιμοποιηθέντων βιβλίων και στοιχείων στον χρόνο που ορίζουν οι διατάξεις αυτές, συνιστά παράβαση, η οποία και επισύρει τις κυρώσεις, ήτοι πρόστιμο 2.500 ευρώ.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here